"Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει" (Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά, Βιβλίο Α' )

Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Λόγιες φράσεις - Αρχαίες - Βυζαντινές - Νεοελληνικές

ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣhttp://kostasvakouftsis.blogspot.gr/

ἀβρόχοις ποσίν: με στεγνά πόδια, χωρίς κόπο (μεταφορικά)

ἂβυσσος ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου: ανεξερεύνητη η ψυχή του ανθρώπου
ἂγνωστοι αἱ βουλαί τοῦ Ὑψίστου: άγνωστες οι σκέψεις του Θεού
ἂγομαι καί φέρομαι: καθοδηγούμαι, παρασύρομαι
ἀγρόν ἠγόρασε: αδιαφόρησε, δεν ενδιαφέρθηκε
(ἐν) ἀδαμιαίᾳ περιβολῇ: ολόγυμνος
ἀδήριτος ἀνάγκη: επιτακτική, άμεση ανάγκη
αἰδώς Ἀργεῖοι: ντροπή, κύριοι ! χρειάζεται και λίγο φιλότιμο !
αἰέν ἀριστεύειν : πάντοτε να είσαι πρώτος
αἰχμή δόρατος : το δυνατότερο σημείο, το ισχυρότερο ατού
ἂκουσον, ἂκουσον : τι θράσος, τι αναίδεια !
ἂκρον ἂωτον : αποκορύφωμα
ἀλήστου μνήμης : αλησμόνητος, αξέχαστος (ειρωνικά συνήθως)
ἂλλοθι : αλλού – δικαιολογία, ελαφρυντικό (μτφ)
ἅμα τῇ ἐμφανίσει (γενέσει κ.α.) : με την εμφάνιση ….
ἀμαχητί : χωρίς μάχη, χωρίς αντίσταση
ἅμ’ ἒπος ἅμ’ ἒργον : μόλις το είπε και το έκανε
ἀμισθί : χωρίς μισθό
ἂμοιρος εὐθυνῶν : χωρίς ευθύνη
ἀνάγκᾳ καί θεοί πείθονται : στην ανάγκη υποκύπτουν ακόμη και θεοί
ἀνακρούω πρύμναν : οπισθοχωρώ
ἀνάστα ὁ Κύριος : χαμός, φασαρία (μτφ)
ἀναφανδόν : φανερά
ἀνεπιστρεπτί : χωρίς επιστροφή
ἂνευ χαρτοφυλακίου : υπουργός χωρίς υπουργείο
ἀνήκεστος βλάβη : αθεράπευτη βλάβη
ἂνθρακες ὁ θησαυρός : ο θησαυρός αποδείχτηκε ασήμαντος
ἀντίπαλον δέος : αντίπαλος ίσης αξίας που εξασφαλίζει την ισορροπία
ἀντί πινακίου φακῆς :για ένα ασήμαντο ποσό
ἂνω ποταμῶν : εξωφρενικός, παράλογος
ἀνωτέρα βία : εξωτερικός εξαναγκασμός
ἂπαγε τῆς βλασφημίας : μη το πεις αυτό (γιατί θα είναι βλασφημία)
ἀπ’ ἂκρου εἰς ἂκρον : παντού
ἅπαξ διά παντός : μια για πάντα
ἀπείρου κάλλους : απαράδεκτα πράγματα
ἀπ’ ἐναντίας : αντίθετα
ἀπεταξάμην τόν Σατανᾶν : για πρόσωπο ή συνήθεια που εγκαταλείψαμε ή απαρνηθήκαμε (από το μυστήριο της βάφτισης)
ἀπευκταῖον : δυσάρεστο, συμφορά
ἀπέχω παρασάγγας : απέχω πάρα πολύ
ἀπνευστί : χωρίς αναπνοή, μονορούφι
ἀπό ἀμνημονεύτων χρόνων : από τα αρχαιότατα χρόνια
ἀποδημῶ εἰς Κύριον : πεθαίνω
ἀποδιοπομπαῖος τράγος : εξιλαστήριο θύμα, αυτός που φορτώνεται τις ευθύνες των άλλων
ἀποκηρύσσω μετά βδελυγμίας : αποδοκιμάζω κάτι με αηδία
ἀποκύημα φαντασίας : δημιούργημα φαντασίας, ψέμα
ἀπολωλός πρόβατον : παραστρατημένος, αυτός που βγήκε από το δρόμο του Θεού
ἀπό μηχανῆς θεός : άνθρωπος που δίνει λύση στο αδιέξοδο
ἀπονενοημένον διάβημα : πράξη απόγνωσης
ἀπορία ψάλτου βήξ : λέγεται γι’ αυτούς που προβάλλουν εύκολα αβάσιμες δικαιολογίες, όταν βρεθούν σε δυσχερή θέση
ἀπορῶ καί ἐξίσταμαι : τα’ χω εντελώς χαμένα
ἀποφράς ἡμέρα : καταραμένη μέρα
ἂρατε πύλας : ανοίξτε τις πόρτες
ἀργία ἐστί μήτηρ κακίας : η έλλειψη εργασίας γεννά κακές πράξεις
ἂρδην : τελείως, συθέμελα
ἆρον  ἆρον : με το έτσι θέλω (μεταφορικά)
ἂρτος καί θεάματα : μεγαλειώδη θεάματα για εντυπωσιασμό του λαού
ἀρχῆς γενομένης : αρχίζοντας από
ἀσθενής καί ὁδοιπόρος ἁμαρτίαν οὐκ ἒχει : για όσους παραβιάζουν τη νηστεία λόγω αρρώστειας ή ταξιδιού
ἀσκαρδαμυκτί : χωρίς ανοιγοκλείσιμο των ματιών
ἀσκός τοῦ Αἰόλου : αφήνω να ξεχυθούν μύρια κακά
ἂς ὂψεται (ὁ, ἡ κ.λ.π.) : φταίει ο, η …
ἀσυζητητί : χωρίς συζήτηση
ἂσωτος υἱός : σπάταλος, διεφθαρμένος άνθρωπος
ἀτιμωρητί : χωρίς τιμωρία
αὐθημερόν : την ίδια μέρα
αὐθωρεί καί παραχρῆμα : αμέσως, στη στιγμή
αὐτός ἒφα : αυτός το είπε (κάποιος με κύρος, άρα δεν κάνει λάθος)
ἂφεσις ἁμαρτιῶν : συγχώρεση
ἀφ΄ ἑνός μέν … ἀφ’ ἑτέρου δέ : από τη μια … από την άλλη
ἀφ’ ὑψηλοῦ : από ψηλά, με περιφρόνηση
ἀχίλλειος πτέρνα : αδύνατο σημείο ἅψε σβῆσε : πολύ γρήγορα
βαδίζω τήν πεπατημένην : ακολουθώ την παραδοσιακή πορεία
βαίνω κατ΄ εὐχήν : προχωρώ ευνοϊκά
βασιλικώτερος τοῦ βασιλέως : πιο βασιλικός από τον ίδιο το βασιλιά, πολύ φανατικός
βίος ἀβίωτος : ζωή ανυπόφορη
βίος καί πολιτεία : άνθρωπος με ζωή γεμάτη περιπέτειες, ανήθικος άνθρωπος
γαῖα πυρί μειχθήτω : ας καταστραφούν όλα
γελᾷ ὁ μωρός κἂν τι μή γελοῖον ᾖ : ο ανόητος γελά, ακόμα κι αν δεν υπάρχει τίποτα αστείο
γενεαί δεκατέσσαρες (τον πέρασε) : του έβρισε όλο του το σόι
γῆ καί ὕδωρ (δίδω) : παραδίδομαι άνευ όρων
γηραιά Ἀλβιών : λέγεται για την παμπόνηρη Βρετανία
γηράσκω ἀεί πολλά διδασκόμενος : όσο γερνώ τόσο μαθαίνω
γῆς Μαδιάμ : άνω κάτω, πλήρης καταστροφή
γῆ τῆς ἐπαγγελίας : επίγειος παράδεισος, εκπλήρωση προσδοκιών
γλῶσσα λανθάνουσα (τ΄ ἀληθῆ λέγει) : λέγεται όταν από απροσεξία λέμε κάτι που θέλουμε να αποκρύψουμε
γνῶθι σαυτόν : γνώρισε τον εαυτό σου
γόρδιος δεσμός : πρόβλημα δύσκολο να λυθεί
γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ὑποκριταί : υποκριτές, διπρόσωποι άνθρωποι
δαίμων τοῦ τυπογραφείου : ο «υπεύθυνος» για τα τυπογραφικά λάθη
δαμόκλειος σπάθη : κίνδυνος που διαρκώς μας απειλεί
δεῦρο ἒξω : βγες έξω (το είπε ο Χριστό στο νεκρό Λάζαρο)
δημοσίᾳ δαπάνῃ : με έξοδα του κράτους 
διά βίου : σε όλη τη ζωή
διά βοῆς : με βοή, με φωνές
διά βραχέων : με λίγα λόγια
διαίρει καί βασίλευε : να προκαλείς διχόνοια για να μπορείς να εξουσιάζεις
διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ : με γυμνό μάτι, χωρίς μικροσκόπιο
διάγω βίον : περνώ ζωή
διά ζώσης : προφορικά
διά πυρός καί σιδήρου : με κάθε μέσο ακόμα και βίαια
διά ροπάλου : με βίαιο τρόπο
διαρρηγνύω τά ἱμάτια : διαμαρτύρομαι εντονότατα
διαρρήδην : κατηγορηματικά
διά τῆς πλαγίας ὁδοῦ : μέσω της διπλωματίας
διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων : για κάθε ενδεχόμενο
διά χειρός : με το χέρι
διέλαθε τῆς προσοχῆς : ξέφυγε από την προσοχή
δίκαιον τῆς πυγμῆς : το δίκαιο του ισχυρότερου
δίκην + γενική : σαν, όπως ακριβώς
διυλίζοντες τόν κώνωπα, τήν δέ κάμηλον καταπίνοντες : για ανθρώπους υποκριτές που γκρινιάζουν για ασήμαντα πράγματα και ανέχονται άλλα πολύ σοβαρότερα
δοθείσης εὐκαιρίας : αν δοθεί ευκαιρία
δοῦναι καί λαβεῖν : δοσοληψίες, πάρε – δώσε
δούρειος ἵππος  : μέσο εξαπάτησης (μεταφορικά)
δρακόντεια μέτρα : πολύ σκληρά μέτρα

δράττομαι τῆς εὐκαιρίας : αρπάζω την ευκαιρία
δρυός πεσούσης πᾶς ἀνήρ ξυλεύεται : όταν κανείς δυστυχήσει, όλοι κοιτάζουν να επωφεληθούν από τη δυστυχία του
δῶρον ἂδωρον : άχρηστο, ανώφελο
ἒγινε πῦρ καί μανία : θύμωσε πάρα πολύ
ἐδέησε : έγινε δυνατό
εἲθισται : είναι συνηθισμένο
εἶπα καί ἐλάλησα, ἁμαρτίαν οὐκ ἒχω : ξεκαθάρισα από πριν τη θέση μου, τώρα δεν έχω καμία ευθύνη για ό,τι έγινε ή θα γίνει
εἰρήσθω ἐν παρόδῳ : ας πούμε με την ευκαιρία αυτή
εἰς (ἐς) αὒριον τά σπουδαῖα : ας αφήσουμε για αύριο τα πιο σημαντικά ζητήματα
εἰς ἐπήκοον : φανερά, μπροστά σε όλους
εἰς κόρακας : στο διάβολο (μεταφορικά)
εἰς μάτην : μάταια
εἰς τά ἐξ ὧν συνετέθη : από τα οποία έχει φτιαχθεί ( για κάτι που διαλύεται)
εἰς τάς ἀγκάλας τοῦ Μορφέως : σε βαθύτατο ύπνο
εἰς τάς ἑλληνικάς καλένδας : για κάτι που αναβάλλεται ή δε θα γίνει ποτέ
εἰς τό διηνεκές : για πάντα
εἰς τόν λάκκον τῶν λεόντων : πολύ δύσκολη και επικίνδυνη κατάσταση
εἰς τόπον χλοερόν : σε μέρος δροσερό (από τη νεκρώσιμη ακολουθία)
εἰς τό πῦρ τό ἐξώτερον : στην κόλαση
εἰς ὦτα μή ἀκουόντων : για ανθρώπους που δεν ακούνε
ἑκατέρωθεν : και από τις δύο πλευρές
ἐκ βάθρων : από τα θεμέλια, από τις ρίζες
ἐκ γενετῆς : από τη στιγμή της γέννησης
ἐκ νέου : πάλι, ξανά
ἐκπάγλου καλλονῆς : εξαιρετικής ωραιότητας
ἐκ παραδρομῆς : από απροσεξία
ἐκ περιτροπῆς : ο ένας μετά τον άλλο, διαδοχικά
ἐκ προοιμίου : εξαρχής
ἐκτοξεύω μύδρους : επιτίθεμαι με σφοδρές κατηγορίες
ἐκ τοῦ μή ὂντος : από το τίποτε
ἐκ τοῦ πονηροῦ : με κακή πρόθεση
ἐκ τῶν ἐνόντων : με ό,τι υπάρχει, όπως όπως
ἐκ τῶν προτέρων : από πρωτύτερα (a priori)
ἐκ τῶν ὑστέρων : έπειτα (a posteriori)
ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἂνευ : απαραίτητος, αναντικατάστατος
ἑκών ἂκων : θέλοντας και μη
ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ : επιπόλαια, αστόχαστα
ἐλέῳ (τοῦ, τῆς …) : με την παρέμβαση, με τη βοήθεια …
ἕνα ἀλλά λέοντα : για κάποιον που, αν και μόνος σε μια δύσκολη κατάσταση, τα καταφέρνει μια χαρά
ἐναρκτήριον λάκτισμα : σύνθημα έναρξης, έναρξη
ἐν βρασμῷ ψυχῆς : σε στιγμή ψυχικής σύγχυσης και ταραχής
ἐν διαστάσει : λέγεται για ανδρόγυνα που ετοιμάζονται να χωρίσουν
ἒνδον σκάπτε : εξέταζε βαθιά τον εαυτό σου
ἐν δυνάμει – ἐν ἐνεργείᾳ : για κάτι ή κάποιον που δεν είναι τώρα αλλά μπορεί να γίνει στο μέλλον – για κάτι ή κάποιον που είναι ήδη
ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ : σε κατάλληλο χρόνο
ἐνθάδε κεῖται : εδώ είναι θαμμένος
ἒνθεν καί ἒνθεν : και από τη μια και από την άλλη πλευρά

ἐν καιρῷ : κάποτε ἐν κατακλεῖδι : τελειώνοντας, στο τέλος
ἐν ὀνόματι : στο όνομα
ἑνός κακοῦ μύρια ἕπονται : το ένα κακό ακολουθούν πολλά άλλα
ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ : ακαριαία, ξαφνικά
ἐν τάχει : γρήγορα, βιαστικά
ἐν τέλει : τελικά
ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου : στη ροή της κουβέντας
ἐν χορῷ : όλοι μαζί, ταυτόχρονα
ἐνώπιος ἐνωπίῳ : πρόσωπο με πρόσωπο, τετ α τετ
ἐξ ἀγχιστείας : συγγένεια από γάμο (αντίθετο : ἐξ αίματος)
ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων : από μικρό παιδί
ἐξ ἅπαντος : οπωσδήποτε
ἐξαπίνης : ξαφνικά, απροσδόκητα
ἐξάψαλμος (ψάλλω τον …) : του έκανε πολλές παρατηρήσεις
ἐξ ἡμισείας : μισά μισά
ἐξ ἰδίων τά ἀλλότρια : όταν κρίνει κανείς ξένες υποθέσεις με βάση τις δικές του
ἐξ οἰκείων τά βέλη : επιθέσεις που προέρχονται από φιλικά πρόσωπα
ἐξ ὂνυχος τόν λέοντα : όταν μπορούμε να καταλάβουμε το χαρακτήρα ενός ανθρώπου από μια μικρή ένδειξη
ἐξώλης καί προώλης : ανήθικος, διεστραμμένος
ἐπ’ αὐτοφόρῳ : τη στιγμή της κλοπής ή της παρανομίας
ἒπεα πτερόεντα : λόγια του αέρα
ἐπέκεινα : πέρα από, μακρύτερα
ἕπεται συνέχεια : συνεχίζεται
ἐπέχει θέσιν : αντικαθιστά
ἐπί κεφαλῆς : αρχηγός
ἐπί ξύλου κρεμάμενος : αδέκαρος, σε άθλια κατάσταση
ἐπί ξυροῦ ἀκμῆς : στην κόψη του ξυραφιού, σε κρισιμότατο σημείο
ἐπιούσιος : το καθημερινό ψωμί
ἐπί παντός ἐπιστητοῦ : για κάθε ζήτημα
ἐπί τάπητος : υπό συζήτηση (μεταφορικά)
ἐπί τόν τύπον τῶν ἥλων : για ανθρώπους δύσπιστους που θέλουν απτές αποδείξεις για να πειστούν για κάτι
ἐπ’ οὐδενί : με κανένα λόγο, με τίποτε
ἒργα καί ἡμέραι : πράξεις, κατορθώματα, ανήθικα πράγματα
ἐρήμην : χωρίς να είναι παρών
ἐσχάτη τῶν ποινῶν : θανατική ποινή
ἕτερον ἥμισυ : ο σύζυγος ή η σύζυγος
εὐαγές ἵδρυμα : φιλανθρωπικό ίδρυμα
εὐήκοον οὖς (τείνω) : ακούω με ευνοϊκή διάθεση
εὕρηκα, εὕρηκα : το βρήκα, το βρήκα
εὐσεβεῖς πόθοι : μάταιες ελπίδες
ἒχουσι γνῶσιν οἱ φύλακες : έχουν παρθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα
ἒχω περί πολλοῦ : τρέφω ιδιαίτερη εκτίμηση
ζῶντες καί τεθνεῶτες : ζωντανοί και πεθαμένοι
ἢγγικεν ἡ ὥρα : έφτασε η ώρα
ἡ ἒξωθεν καλή μαρτυρία : η επιδοκιμασία και καλή γνώμη του κόσμου
ἡ ἰσχύς ἐν τῇ ἐνώσει : η δύναμη στην ενότητα
ἡ κατιοῦσα : ο κατήφορος
ἥκιστα : ελάχιστα
ἡλίου φαεινότερον : ολοφάνερο
ἥμαρτον : συγγνώμη
ἥξεις ἀφήξεις : λέγεται για κάτι διφορούμενο ή ασαφές
Ἡσαῒου τό ἀνάγνωσμα : μεγάλη ιστορία που δε μας ενδιαφέρει
ἥσσονος σημασίας : μικρότερης σημασίας
Θεοῦ θέλοντος : αν θέλει ο Θεός
θεράπων ἰατρός : ο γιατρός που μας παρακολουθεί
θοῦ, Κύριε, φυλακήν τῷ στόματί μου : φύλαξέ με, Κύριε, να μην πω κάτι κακό
ἰδίοις ὂμμασιν : με τα ίδια του τα μάτια
ἰδού ἡ Ρόδος ἰδού καί τό πήδημα : πρόσκληση σε κάποιον να πραγματοποιήσει κάτι που ισχυρίζεται ότι μπορεί να κάνει
ἰδού ὁ νυφίος ἒρχεται : απροσδόκητη εμφάνιση προσώπου καθοριστικού σε μια περίσταση
ἰθύνουσα τάξις : η τάξη που κυβερνά
ἰθύνων νοῦς : αυτός που διευθύνει μια επιχείρηση, ο «εγκέφαλος» της
ἰώβειος ὑπομονή : πολύ μεγάλη υπομονή
καθεστηκυῖα τάξις : κυρίαρχο σύστημα
καινά δαιμόνια : νέες, επαναστατικές ιδέες
καλῇ τῇ πίστει : καλοπροαίρετα
καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων : αν η κατάσταση είναι καλή
κατά κόρον : σε υπερβολικό βαθμό
κατά κράτος : ολωσδιόλου, εντελώς
κατά πόδας (ἀκολουθώ) : κυνηγώ
κατ’ ἀποκοπήν : για αμοιβή που υπολογίζεται εκ των προτέρων συνολικά για όλη την εργασία και καταβάλλεται εφάπαξ και όχι τμηματικά σε ημερομίσθια
κατά συνθήκην ψεύδη : συμβατικά , τυπικά ψεύδη
κατά συρροήν : συνεχόμενα
κατά τό δοκοῦν : κατά τη γνώμη του, αυθαίρετα
κατά φαντασίαν ἀσθενής : άρρωστος στη φαντασία του
κατ’ ἐξοχήν : κυρίως
κατόπιν ἑορτῆς : αργά πια, τώρα είναι ανώφελο
κεκλεισμένων τῶν θυρῶν : με κλειστές πόρτες, χωρίς την παρουσία κοινού
κεραυνός ἐν αἰθρίᾳ : για κάτι ξαφνικό και αναπάντεχο
κλεινόν ἂστυ : ένδοξη πόλη (λέγεται κυρίως για την Αθήνα)
κοιμῶμαι τόν ὕπνον τοῦ δικαίου : δεν παίρνω χαμπάρι τι γίνεται γύρω μου
κοινῇ συναινέσει : με κοινή συγκατάθεση
κομίζω γλαῦκα ἐς Ἀθήνας : παρουσιάζω ως καινούριο κάτι ήδη γνωστό
κολοφών δόξης : αποκορύφωμα δόξας
κρανίου τόπος : κόλαση (μεταφορικά)
κράτος ἐν κράτει : κάθε ομάδα που συμπεριφέρεται ως αυτόνομη εξουσία στο πλαίσιο ενός αυτόνομου κράτους
κροκοδείλια δάκρυα : υποκριτικά δάκρυα
κτῆμα ἐς ἀεί : αιώνιο απόκτημα
κύκνειον ᾆσμα : τελευταίο έργο ενός πνευματικού δημιουργού πριν το θάνατό του
λαμβάνει χώραν : συμβαίνει
λευκή περιστερά : εντελώς αθώος
λίθοι καί πλίνθοι καί κέραμοι ἀτάκτως ἐρριμμένα : για πράγματα που βρίσκονται σε μεγάλη αταξία ή σύγχυση
μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι : καλότυχοι οι κουτοί, οι αγαθιάρηδες
μάννα ἐξ οὐρανοῦ : ανέλπιστη βοήθεια μάντις κακῶν : προφήτης συμφορών
ματαιότης ματαιοτήτων (τά πάντα ματαιότης) : όλα είναι μάταια
μάχαιραν δώσεις μάχαιραν λαμβάνεις : ό,τι κακό κάνει κανείς, ίδιο κακό θα τον βρει
μετά βαΐων καί κλάδων : θριαμβευτική υποδοχή
μεταξύ σφύρας καί ἂκμονος : ανάμεσα σε δύο κακά, σε δύο εμπόδια
μέτρον ἂριστον : απόφευγε τα άκρα, ακολούθησε τη μεσότητα
μέχρι κεραίας : με απόλυτη ακρίβεια, με κάθε λεπτομέρεια
μέχρι μυελοῦ ὀστέων : ως το τέλος, τελείως
μέχρι ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου : μέχρι ν’ αποδειχτεί το αντίθετο
μέχρις ἐσχάτων : ως το τέλος, ως το θάνατο
μηδέν ἂγαν : μην κάνεις τίποτα υπερβολικό
μηδενός ἐξαιρουμένου : χωρίς καμία εξαίρεση
μῆλον τῆς Ἒριδος : αντικείμενο διεκδίκησης, αιτία διαμάχης
μή μου ἅπτου : πολύ ευαίσθητος, μυγιάγγιχτος
μνήσθητί μου, Κύριε : τι’ ναι τούτο πάλι (μτφ)
μόλις καί μετά βίας : με πολύ μεγάλη δυσκολία
νόστιμον ἦμαρ : ημέρα επιστροφής στην πατρίδα από τα ξένα
νυχθημερόν : νύχτα και ημέρα
ξένιος Ζεύς : ο Δίας, ο προστάτης της φιλοξενίας
ξύλον ἀπελέκητον : άνθρωπος αγράμματος και άξεστος
ὁ ἐξ ἀπορρήτων : ο ιδιαίτερος γραμματέας, ο μυστικοσύμβουλος
οἱ καιροί οὐ μενετοί : οι περιστάσεις δεν επιτρέπουν αδράνεια
οἱ παροικοῦντες ἐν Ἱερουσαλήμ : όσοι γνωρίζουν τα γεγονότα
ὀκλαδόν : κάθισμα στο δάπεδο σταυροπόδι
ὁ κύβος ἐρρίφθη : λέγεται όταν παίρνεται μια κρίσιμη απόφαση (μτφ)
ὅ μή γένοιτο : πράγμα που εύχομαι να μη γίνει
ὀμφαλός τῆς γῆς : το κέντρο της γης
ὂνειρον θερινῆς νυκτός : επιθυμία που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί
ὁ νοῶν νοείτω : όποιος έχει μυαλό, ας καταλάβει
ὅπερ ἒδει δεῖξαι : αυτό που έπρεπε να αποδειχθεί, αποδείχτηκε
ὅπου οὐ πίπτει λόγος πίπτει ράβδος : όπου δεν πιάνει «λόγος», πέφτει ξύλο
ὁ πρῶτος διδάξας : ο πρώτος που το δίδαξε
ὁσονούπω : σε λίγο χρόνο, όπου να’ ναι
ὁ τελευταῖος τροχός τῆς ἁμάξης : άνθρωπος που δεν έχει καμία εξουσία
οὐαί τοῖς ἡττημένοις : αλίμονο στους νικημένους
οὐ γάρ ἒρχεται μόνον : λέγεται για τα γηρατειά και τα κακά που φέρνουν
οὐδείς ἀγνωμονέστερος τοῦ εὐεργετηθέντος : κανείς πιο αχάριστος απ’ αυτόν που ευεργετήθηκε
οὐδείς μετά Χριστόν προφήτης : για όποιον ισχυρίζεται ότι ήξερε κάτι όταν πλέον είναι γνωστό σε όλους
οὐδέν κακόν ἀμιγές καλοῦ : δεν υπάρχει κάτι δυσάρεστο που να μην έχει και ευχάριστες πλευρές
οὐδέν κρυπτόν ὑπό τόν ἥλιον : τίποτε δεν μπορεί να παραμείνει κρυφό για πάντα
οὐδόλως : καθόλου, με κανένα τρόπο
οὐκ ἂν λάβοις παρά τοῦ μή ἒχοντος : δεν μπορείς να πάρεις από
εκείνον που δεν έχει
οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τό εὖ : το καλό δε βρίσκεται στο πολύ, η ποιότητα όχι στην ποσότητα
οὐκ ἐπ’ ἂρτῳ μόνῳ ζήσεται ὁ ἂνθρωπος : ο άνθρωπος έχει και πνευματικές ανάγκες, εκτός από υλικές
οὐ παντός πλεῖν ἐς Κόρινθον : δεν μπορεί ο καθένας να ταξιδέψει στην Κόρινθο, ν’ αποκτήσει δηλ. ένα ακριβό πράγμα
οὒριος ἂνεμος : ευνοϊκός αέρας
οὕτω καθ’ἐξῆς : και με όμοιο τρόπο στα επόμενα
οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων : αφού έτσι έχουν τα πράγματα
οὕτως ἢ ἂλλως : έτσι ή αλλιώς, οπωσδήποτε
ὀφθαλμόν ἀντί ὀφθαλμοῦ : αντεκδίκηση, ό,τι μου έκανες θα σου κάνω
ὀψόμεθα : θα δούμε
παιδιόθεν : από την παιδική ηλικία
παίζομεν ἐν οὐ παικτοῖς : ασχολούμαστε επιπόλαια με πράγματα σοβαρά
πακτωλός χρημάτων : άφθονα χρήματα
πάλαι ποτέ : κάποτε στο παρελθόν
πάντα ρεῖ : όλα αλλάζουν, τίποτε δε μένει σταθερό
πάππου πρός πάππον : από πολύ παλιά
παρανάλωμα τοῦ πυρός (γίνομαι) : καίομαι εντελώς, ολοκληρωτικά
παρά φύσιν : αντίθετα με τη φύση, μη φυσιολογικά
παρέδωκε τό πνεῦμα : πέθανε, τελείωσε
παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ το ποτήριον τοῦτο : όταν θέλουμε ν’αποφύγουμε μια δύσκολη κατάσταση
παρ’ἐλπίδα : χωρίς να το περιμένει κανείς
παρρησίᾳ : με θάρρος και ειλικρίνεια
πάσης φύσεως : κάθε είδους 
πατεῖς με πατῶ σε : λέγεται για μεγάλο συνωστισμό
πενία τέχνας κατεργάζεται : οι στερήσεις μας κάνουν εφευρετικούς
περαιτέρω : πιο πέρα, παρακάτω
περί ἀέρων και ὑδάτων : για άσχετα πράγματα
περί ἂλλα τυρβάζῃ : ασχολείται με άσχετα πράγματα
περίοδος ἰσχνῶν ἀγελάδων : εποχή φτώχειας
περί ὀρέξεως οὐδείς λόγος : μη ρωτάτε για όρεξη, έχουμε πολλή
περιούσιος λαός : λαός εκλεκτός
περιπλανώμενος Ἰουδαῖος : περιπλανώμενος άνθρωπος
πέτρα σκανδάλου : η αιτία του σκανδάλου
πλανῶμαι πλάνην οἰκτράν : ξεγελιέμαι
πλήρης ἡμερῶν : άνθρωπος πολύ μεγάλης ηλικίας
πλούσια τά ἐλέη σου : πλούσια τα αγαθά που μας χαρίζεις
πνέω (τά) μένεα : είμαι φοβερά θυμωμένος
πνέω τά λοίσθια : βρίσκομαι στα πρόθυρα του θανάτου
πόθεν ἒσχες : από πού τα απέκτησες ; - φορολογική διάταξη με την οποία δηλώνουμε τον τρόπο με τον οποίο αποκτάμε τα χρήματα για την αγορά περιουσιακών στοιχείων
πρηνηδόν : μπρούμυτα
πρό ἀμνημονεύτων χρόνων : εδώ και πάρα πολλά χρόνια
πρός ἐπίρρωσιν : για ενίσχυση
πρός κέντρα λακτίζεις : ματαιοπονείς
πρόσω ὁλοταχῶς : εμπρός με όλη την ταχύτητα
πρό τετελεσμένου γεγονότος : μπροστά σε τελεσίδικο γεγονός
πρό τῶν πυλῶν : πολύ κοντά

πύξ λάξ : με μπουνιές και κλωτσιές
πύρρειος νίκη : νίκη με τόσες απώλειες που ισοδυναμεί με ήττα
σαρδόνιος γέλως : γέλιο σαρκαστικό και μοχθηρό
σημεῖα καί τέρατα : τρομερά, απίστευτα ή απαράδεκτα πράγματα
σιγήν ἰχθύος : απόλυτη σιωπή
σισύφειον ἒργον : ματαιοπονία
σιωπή τῶν ἀμνῶν : για σφαγή αθώων που δεν μπορούν να διαμαρτυρηθούν
σολομώντειος λύσις : έξυπνη λύση ενός προβλήματος που ικανοποιεί όλους
σπείρω ἀνέμους καί θερίζω θυέλλας : κάνω κάτι κακό που στρέφεται εναντίον μου
σπεῦδε βραδέως : προχώρα σ’ ό,τι έχεις σκοπό να κάνεις χωρίς βιασύνη αλλά με σύνεση
στεντόρεια φωνή : δυνατή και βροντώδη φωνή
στήλη ἅλατος (μένω) : μένω ακίνητος από έντονη έκπληξη
στῶμεν καλῶς : ας σταθούμε με προσοχή και ευλάβεια
συλλήβδην : συνολικά, όλοι μαζί
συμβαίνει καί εἰς Παρισίους : το λέμε για παράξενα περιστατικά  που συμβαίνουν και σε πολιτισμένα μέρη
σύν Ἀθηνᾷ και χεῖρα κίνει : μην περιμένεις τα πάντα από το Θεό, προσπάθησε και συ
σύν γυναιξί καί τέκνοις : με τις οικογένειές τους
σύν τοῖς ἂλλοις : εκτός από τ’ άλλα, επίσης
σώας τάς φρένας (ἒχω) : έχω τα λογικά μου, δεν είμαι τρελός
τ΄ἀγαθά κόποις κτῶνται : τα αγαθά αποκτούνται με μόχθο
τά ἂδυτα τῶν ἀδύτων : τα πιο βαθιά και απροσπέλαστα μέρη
τά ἐν οἲκῳ μή ἐν δήμῳ : τα προσωπικά μας δεν πρέπει να βγαίνουν στη δημοσιότητα
τά ἐξ ἁμάξης : προσβολές, βρισιές
τά καθέκαστα : τα γεγονότα, οι λεπτομέρειες
τά κακῶς κείμενα : το σύνολο των αρνητικών πλευρών μιας κατάστασης
τἀνάπαλιν : το αντίστροφο, το αντίθετο
τά παιδία παίζει : για ενήλικους που φέρονται με παιδικό τρόπο
τά (τοῦ) Καίσαρος (τῷ) Καίσαρι : ας αποδίδουμε στον καθένα ό,τι του αρμόζει
ταῦρος ἐν ὑαλοπωλείῳ : τα έκανε γυαλιά καρφιά, άνω κάτω
τείνω χεῖρα βοηθείας : προσφέρω βοήθεια
τήν ἂγουσαν: (πήρε) το δρόμο προς …
τήν ἀνάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενος : προθυμοποιούμαι να κάνω κάτι που αναγκαστικά θα έκανα
τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν : όταν συγκρίνουμε πράγματα που ξέρουμε ότι δεν έχουν απόλυτη ομοιότητα
τηρῶ τά προσχήματα : υποκρίνομαι
τιμῆς ἓνεκεν : για να τιμηθεί  (ένα πρόσωπο)
(αλτ) τίς εἶ ; : (στοπ), ποιος είσαι ;
τό δίς ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἀνδρός σοφοῦ : το να κάνει κάποιος το ίδιο σφάλμα δύο φορές δε δείχνει σοφό άνθρωπο
τό εὖ ζῆν : το να ζει κανείς καλά
τό ζῆν ἐπικινδύνως : το να ζει κάποιος επικίνδυνα
τό κατά δύναμιν : αυτό που μπορούμε
τό μέν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δέ σάρξ ἀσθενής : έχω τη διάθεση αλλά όχι και τη δύναμη να κάνω κάτι
τό μή χεῖρον βέλτιστον : από δύο κακά προτιμότερο είναι το λιγότερο κακό
τόν ἂρτον τον ἐπιούσιον : την καθημερινή τροφή
τό πεπρωμένον φυγεῖν ἀδύνατον : δεν μπορεί κανείς να ξεφύγει από τη μοίρα του
τό πλήρωμα τοῦ χρόνου : ο κατάλληλος καιρός
τό πῦρ το ἐξώτερον : η κόλαση
τοῦ λόγου τό ἀσφαλές : η απόδειξη του λόγου
τούς ζυγούς λύσατε : διαλυθείτε (γυμναστικό παράγγελμα)
τοὐτέστιν : δηλαδή
τραγέλαφος : αλλόκοτο και αφύσικο πράγμα
τρικυμία ἐν κρανίῳ : σύγχυση, τα’ χω χαμένα
τύπος καί ὑπογραμμός : υπόδειγμα ανθρώπου
τύχῃ ἀγαθῇ : με καλή τύχη
τῶν παθῶν μου τόν τάραχον : μεγάλα βάσανα
τῷ ὂντι : πράγματι
ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ : λέγεται όταν παρουσιάζεται κάποιος επικίνδυνος πειρασμός που θέλουμε ν’ αποφύγουμε
ὑπ΄ ἀτμόν (είμαι) : είμαι σ’ αναμονή για να φύγω ή σ’ ετοιμότητα να κάνω κάτι
ὑπεράνω πάσης ὑποψίας : για άτομα που με τίποτα δεν υποπτευόμαστε
ὑπερβαίνω τά ἐσκαμμένα : ξεπερνώ τα όρια
ὑπέρ βωμῶν καί ἑστιῶν : για τα όσια και τα ιερά της πατρίδας μας
ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος : για την  πίστη και την πατρίδα
ὑπέρ τό δέον : περισσότερο απ’ όσο πρέπει
ὑπό μάλης : κάτω από τη μασχάλη (στρατιωτικό παράγγελμα για τα όπλα)
ὑπό τήν αἰγίδα : υπό την προστασία
ὑπό τήν ἐπήρειαν : κάτω από την επίδραση
φάσκω καί ἀντιφάσκω : λέω και ξελέω
φαῦλος κύκλος : ανώμαλη κατάσταση που δεν έχει διέξοδο
φείδου χρόνου : μη σπαταλάς το χρόνο σου
φέρ’ εἰπεῖν : παραδείγματος χάρη
φέρω βαρέως : μου είναι αφόρητο
φέρω εἰς πέρας : ολοκληρώνω
φοβοῦ τούς Δαναούς καί δῶρα φέροντας : να φοβάσαι τους εχθρούς, έστω κι αν φέρνουν δώρα, να είσαι δηλ. επιφυλακτικός
φύλλον συκῆς : κάθε μικρό ή τολμηρό ρούχο που αφήνει ακάλυπτο μεγάλο μέρος του σώματος
φύρδην μίγδην : ανάκατα, άνω – κάτω
φύσει καί θέσει : εκ φύσεως και εκ θέσεως
φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ : όταν μια χρήσιμη συμβουλή αντιμετωπίζεται με αδιαφορία
φωνή λαοῦ ὀργή Θεοῦ : η κινητοποίηση  του λαού έχει μεγάλη δύναμη
χαίρω ἂκρας ὑγείας : είμαι πολύ καλά στην υγεία μου
χαρᾶς εὐαγγέλια (ἒχω) : νιώθω μεγάλη χαρά
χάρμα ὀφθαλμῶν : απόλαυση των ματιών
χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει : χώμα είσαι και στο χώμα θα καταλήξεις (από τη νεκρώσιμη ακολουθία)
χριστιανά τά τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν : ας έχουμε χριστιανικό τέλος
ψυχῇ τε καί σώματι : με όλες τις δυνάμεις
ὢδινεν ὂρος καί ἒτεκε μῦν : κατέβαλε πολλές προσπάθειες με μηδαμινό αποτέλεσμα
ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις : δόξα στον ύψιστο Θεό

ὡς δέλεαρ : σα δόλωμα
ὧν οὐκ ἒστιν ἀριθμός : αμέτρητος
ὡς διά μαγείας : με τρόπο μαγικό
ὡς εἲθισται : καθώς συνηθίζεται
ὡσεί παρών : σα να ήταν παρών
ὡς ἐκ θαύματος : σα να έγινε θαύμα
ὡς ἐκ τούτου : για το λόγο αυτό, επομένως
ὡς ἐπί τό πλεῖστον : τις περισσότερες φορές
ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ : σαν κάτι το εξαιρετικά πολύτιμο και ευπαθές
   
ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ
Μολών λαβέ : έλα να τα πάρεις (ο Λεωνίδας στον Ξέρξη όταν του ζήτησε να παραδόσει τα όπλα στις Θερμοπύλες)
Ἲτε , παῖδες Ἑλλήνων : εμπρός Έλληνες ! (στη ναυμαχία της Σαλαμίνας)
Μηδένα πρό τοῦ τέλους μακάριζε : μη λες για κανένα πόσο τυχερός είναι πριν δεις το τέλος του (ο Σόλωνας στον Κροίσο)
Ἑάλω ἡ πόλις : κυριεύτηκε η Κωνσταντινούπολη (από τους Τούρκους)
Νίπτω τάς χείρας μου : ο Πόντιος Πιλάτος στη δίκη του Χριστού
Ἕν οἶδα, ὅτι οὐδέν οἶδα : ένα ξέρω, ότι δεν ξέρω τίποτα (Σωκράτης)
Νενίκηκά σε Σολομών : σε νίκησα Σολομώντα (ο Ιουστινιανός στα εγκαίνια της Αγια –Σοφιάς)
Δυστυχῶς ἐπτωχεύσαμεν : ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης για τη χρεοκοπία της Ελλάδας το 1897
Τις ἀγορεύειν βούλεται ; : ποιος θέλει να μιλήσει δημόσια στο λαό ;
Και σύ τέκνον, Βρούτε ; : για δικό μας άνθρωπο όταν αναπάντεχα ανακαλύπτουμε ότι μας πρόδωσε ( τα τελευταία λόγια του Ιούλιου Καίσαρα πριν δολοφονηθεί).

ΠΗΓΗ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.